- Κατηγορία: Οι λέξεις μας
- Χρόνος ανάγνωσης 1 Λεπτό
Λαγοκοιμάμαι: κοιμάμαι ελαφρά, όπως ο λαγός και αγρικάω ό,τι γίνεται γύρω μου.
Ο Αιλιανός στο έργο του «denaturaanimalium» γράφει πως όταν κοιμάται ο λαγός δεν κλείνει καλά τα μάτια του, «ου μην επιμύει καθεύδων ο λαγώς, και τούτο αυτώ ζώων μόνω περίεστιν, ουδέ νικάται τω ύπνω τα βλέφαρα. Φασί δε αυτόν καθεύδειν μεν το σώμα, τοις δε οφθαλμοίς τηνικάδε οράν».
Λεφτήρα: είναι η πεταλούδα.
Αγρικώ: αντιλαμβάνομαι, ακούω ελαφρά στον ύπνο μου, ίσα που…
Αναγελάστρι: έτσι έλεγε η Αγιομαμίτισσα γιαγιά τον μικρό εγγονό της και γελατσούρι έλεγε η Βοχαΐτισσα μάνα το στερνοπούλι της. 
Μούντζα και μούτζα, μούζα είναι η καπνιά (αιθάλη, ασβόλη) από το τζάκι, τον φούρνο, τις φουφούδες και τα καπνισμένα τσουκάλια και γενικότερα η μελανή βρωμιά.
Ντελεκούτσα, αντελέτσα, ντεντελέτσα, στα χωριά μας, στον βόρειο Ταΰγετο σημαίνει παίρνω κάποιον στην πλάτη μου και τον κουβαλάω.
Λαφτάκιασα, δίψασα πολύ, μού βγήκε η γλώσσα από τη δίψα, πίνω άπληστα νερό. 




















