- Κατηγορία: Οι λέξεις μας
- Χρόνος ανάγνωσης 1 Λεπτό
Ντελεκούτσα, αντελέτσα, ντεντελέτσα, στα χωριά μας, στον βόρειο Ταΰγετο σημαίνει παίρνω κάποιον στην πλάτη μου και τον κουβαλάω.
Σύμφωνα με τον Λιθοξόου το κουβάλημα κάποιου στην πλάτη ή στον ώμο είχε διάφορες ονομασίες: καλικούτσα, γκαλικότσα, γκάνια, γκότσι, ζαλούκα, καβαλίτσα, αγκάνια, αγκότσα, αμπρουζά, αρμακόλου, αμπελέτσα, αμπέτσα κ.ά.
Γνωρίζουμε τη σημασία των λέξεων αλλά στις περισσότερες αγνοούμε την ετυμολογία τους.
Ποτονός: στα σπίτια με τις κεραμοσκεπές, υπήρχε στο ξύλινο ταβάνι ένα άνοιγμα, ένα πορτάκι στην ουσία που οδηγούσε στον χώρο ανάμεσα στα κεραμίδια και το ταβάνι. Στον ποτονό έβαζαν τις καλαμωτές για να ανασταίνουν τους μεταξοσκώληκες. Σύμφωνα με προφορική μαρτυρία, όταν ήρθαν οι Γερμανοί στο χωριό, έκρυψαν τα κορίτσια στον ποτονό για να μην τα εκμεταλλευτούν οι κατακτητές.
Λαγάνα: Η λέξη προέρχεται από το αρχαίο λάγανον που ήταν μια λεπτή και πλατιά πίτα, ένα γλύκισμα με λάδι και αλεύρι. Αρχαιοελληνική προέλευση έχουν και οι λαλαγγίδες, όπου λαλάγγη ή λαλάγγιον= το λάγανον.
Ρουπάκι
Θρούμπα (ελιά), ελιές θρούμπες. Η εύκολη σκέψη είναι, πως ονομάζονται θρούμπες οι ελιές επειδή τις αρωματίζουμε με θρούμπη. Και όμως πρόκειται για δύο διαφορετικές λέξεις. Η θρούμπη ή το θρούμπι, είναι κοινή ονομασία του φυτού θύμβρος (θρουμπί, θρούμπη, θυμάρι), ο θύμος των αρχαίων Ελλήνων που χρησιμοποιείται σαν καύσιμη ύλη ή για την άρτυση διαφόρων εδεσμάτων. Ενώ θρούμπα είναι ο καρπός της ελιάς που αφού ωρίμασε στο δέντρο, πέφτει ώριμη και ζαρωμένη (η αρχαία γεργέμιρος).
Λαδώνω= αλείφω με λάδι, βαφτίζω, προκαλώ λεκέ, δωροδοκώ (δηλ. λαδώνω κρατικούς λειτουργούς, για να γίνουν γρήγορα οι δουλειές μου κ.λπ.). Αυτή η τελευταία σημασία του ρήματος θα μας απασχολήσει. Όπως μας πληροφορεί ο Γενάδιος στην Κύπρο καλλιεργούσαν από την αρχαιότητα σύκα τα οποία ήσαν μέτριας ποιότητας, επειδή εκβιαζόταν η ωρίμανσή τους «δια της επιχρίσεως δι’ ελαίου των ολύνθων». Όλυνθοι ονομάζονταν τα άγουρα σύκα (λύθια).




















